γλάμων

γλάμων, -ον (Α)
ο γλαμυρός*.
[ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. γλάμων (καθώς και οι παράλληλοί του γλαμυρός* και γλαμώδης*) προήλθε από τη γλώσσα τού Ησύχ. «γλάμος
μύξα», κατά τα επίθετα σε -ων (πρβλ. στράβων, τρήρων κ.ά.). Πρόκειται για τεχνικούς όρους αβέβαιης ετυμολ. Συνδέονται ίσως με λιθ. glēmės, gleimės «βλέννα, φλέμα», αγγλ. clemmy «κολλώδης», αλβ. ngl’οme «υγρός». Το λατ. glamae «τσίμπλα» είναι πιθ. δάνειο από την Ελληνική].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • γλάμων — masc/fem nom sg γλάμων masc/fem nom/voc sg γλαμάω imperf ind act 3rd pl (homeric ionic) γλαμάω imperf ind act 1st sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γλαμῶν — γλαμάω pres part act masc voc sg γλαμάω pres part act neut nom/voc/acc sg γλαμάω pres part act masc nom sg (attic epic ionic) γλαμάω pres part act masc nom sg (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γλάμωνι — γλάμων masc/fem dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γλάμωνος — γλάμων masc/fem gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γλαμυρός — γλαμυρός, ά, όν (Α) τσιμπλιάρης. [ΕΤΥΜΟΛ. Παράλληλος διαλεκτικός τ. τού γλάμων* σε υρός (πρβλ. γλαφυρός, λιγυρός, φλεγυρός κ.ά.)] …   Dictionary of Greek

  • γλαμώδης — γλαμώδης, ες (Α) ο γλαμυρός. [ΕΤΥΜΟΛ. Παράλληλος τ. τών γλαμυρός*, γλάμων* σε ώδης] …   Dictionary of Greek

  • gel-1 —     gel 1     English meaning: “to curl; round, *gland, growth, ball, fathom, arm”     Deutsche Übersetzung: “ballen, sich ballen; Gerundetes, Kugeliges” etc     Material: evidence for the unadjusted root form are seldom and partly very doubtful …   Proto-Indo-European etymological dictionary

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.